Στις αρχές Μαρτίου 2020 το ΥΠΕΝ έθεσε σε διαβούλευση το νομοσχέδιο “Εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας”, ένα ν/σ με 66 άρθρα που επιχειρούν να τροποποιήσουν το σύνολο σχεδόν της μέχρι τώρα περιβαλλοντικής νομοθεσίας της χώρας. Οι προτεινόμενες αλλαγές ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από πλειάδα φορέων, οργανώσεων και πολιτών, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι ως το κλείσιμο της διαβούλευσης είχαν κατατεθεί 1579 σχόλια!

Η ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, ανταποκρινόμενη άμεσα στον διάλογο αυτόν, κατέθεσε σχόλια για τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου σχετικά με το σύστημα διακυβέρνησης προστατευόμενων περιοχών, τις χρήσεις γης στις προστατευόμενες περιοχές, την περιβαλλοντική αδειοδότηση και τους δασικούς χάρτες

Συντάκτες: Π. Κακούρος, Π. Κουράκλη. Γ. Υφαντής, Μ. Παναγιωτοπούλου, Γ. Καζόγλου, Ρ. Τσιακίρης και Γ. Τσουγκράκης.

(Φωτογραφία: Άποψη των Αγράφων, Μαρία Παναγιωτοπούλου)

Για το σύστημα διακυβέρνησης προστατευόμενων περιοχών
Οι προστατευόμενες περιοχές αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής διατήρησης της βιοποικιλότητας. Δυστυχώς, όμως, η βιοποικιλότητα πλήττεται παγκόσμια, αφού κάθε χρόνο εξαφανίζονται με ραγδαίο ρυθμό διάφορα είδη εξαιτίας κυρίως ανθρωπογενών πιέσεων. Στην Ελλάδα, όλο και περισσότερα δεδομένα αποδεικνύουν ότι πολλές περιοχές αφιερωμένες στη διατήρηση της βιοποικιλότητας αποτελούν επίσης τόπους σημαντικούς για τον πολιτισμό και την ιστορία μας, όπως τα ιερά δάση, για διατήρηση αειφορικών γνώσεων τεχνολογίας, διαχείρισης, π.χ. οι ξερολιθιές και φαρμακευτικής, π.χ. το τσάι του βουνού. Επιπλέον πολλές από αυτές (π.χ. Βόρεια Πίνδος, Καρστικό σύστημα Ζήρειας-Στυμφαλίας) είναι σημαντικές για τη παλαιοντολογία και τη γεωλογική ιστορία της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Το υφιστάμενο εθνικό σύστημα διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών, ανταποκρινόμενο στη συσσωρευμενη διεθνή εμπειρία και στη σύγχρονη επιστημονική προσέγγιση, είναι ένα συμμετοχικό σύστημα διαχείρισης. Σε αυτό το σύστημα το κράτος έχει μεν την τελική ευθύνη διοίκησής του, αλλά στηρίζεται και εμπλέκει τόσο τις τοπικές κοινότητες, μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης και των παραγωγικών φορέων, όσο και την επιστημονική κοινότητα και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η ευθύνη της διακυβέρνησης μοιράζεται μεταξύ κράτους – τοπικής κοινωνίας – κοινωνίας των πολιτών (επιστήμονες & ΜΚΟ) σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, κάτι που διευκολύνει την ευελιξία και προάγει τη δημοκρατία και τη διαφάνεια.

Οι διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου εισάγουν μια σοβαρή μεταβολή της ισορροπίας των παραπάνω τριών πόλων. Η λήψη αποφάσεων για κάθε προστατευόμενη περιοχή περιέρχεται εξ’ ολοκλήρου στον υπουργό μέσω του ΟΦΥΠΕΚΑ και ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας και της επιστημονικής κοινότητας υποβαθμίζεται σε συμβουλευτικό. Επισημαίνεται ότι αυτό αφορά και την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού μέσω των ρυθμίσεων του Κεφαλαίου Α’ του νόμου οι ΜΔΠΠ δεν θα γνωμοδοτούν για αιτήματα αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων στον χώρο ευθύνης τους.

Η προτεινόμενη αναμόρφωση του συστήματος βασίζεται στην υπόθεση ότι για τις υπαρκτές αδυναμίες και την αναποτελεσματικότητα επιμέρους στοιχείων του υφιστάμενου συστήματος διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών ευθύνεται το μοντέλο αποκεντρωμένης δομής λήψης αποφάσεων. Πληθώρα έγκυρων και τεκμηριωμένων εκθέσεων (π.χ. Επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ 2019 Έκθεση χώρας – ΕΛΛΑΔΑ) δείχνει ότι η ευθύνη βαρύνει κυρίως τις πολιτικές ηγεσίες του αρμόδιου υπουργείου και διόλου τους Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τουλάχιστον εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ουδέποτε αμφισβητήθηκε το υφιστάμενο τοπικό μοντέλο διακυβέρνησης. Αντίθετα συνεχείς είναι οι αιτιολογημένες γνώμες και οι καταδίκες που αφορούν ουσιαστικά την απροθυμία των κυβερνήσεων να προχωρήσουν στα αυτονόητα, όπως είναι η θεσμοθέτηση των κανόνων προστασίας στις προστατευόμενες περιοχές. Και αυτό παρότι οι υπηρεσίες του αρμόδιου υπουργείου έχουν στα συρτάρια τους δεκάδες ΕΠΜ χρηματοδοτούμενες από διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα (ΚΠΣ, LIFE κ.λπ.) ήδη από το 2000! Σοβαρή κριτική έχει δεχτεί επίσης η επιλογή της περιστασιακής χρηματοδότησης των Φορέων Διαχείρισης, κάτι που επηρέασε ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος.

Έχοντας αυτά υπόψη, εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι η υφιστάμενη προσέγγιση για τη διαχείριση μιας προστατευόμενης περιοχής είναι η πλέον δόκιμη. Θεωρούμε δε λανθασμένη την προσέγγιση του παρόντος σχεδίου νόμου. Η ανάθεση της διαχείρισης ουσιαστικά σε έναν μη κρατικό κεντρικό μηχανισμό δεν ανταποκρίνεται ούτε στην κοινωνική ουτε στη διοικητική πραγματικότητα της χώρας.

Η πλειονότητα των προστατευόμενων περιοχών της χώρας περιλαμβάνει εκτάσεις στις οποίες ασκείται πληθώρα δραστηριοτήτων όλων των τομέων της οικονομίας. Πολλές από αυτές τις δραστηριότητες μάλιστα είναι επιθυμητό να διατηρηθούν, καθώς συμβάλλουν άμεσα ή έμμεσα και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Οι φυσικοί φορείς αυτών των δραστηριοτήτων πρέπει όχι μόνο να έχουν λόγο στις αποφάσεις που τους αφορούν, αλλά και να μπορούν να συμβάλλουν στην υλοποίηση των επιμέρους σκοπών διατήρησης της βιοποικιλότητας με την τοπική γνώση του χώρου και των ανθρώπων. Αυτή η συνεχής, συχνά καθημερινή αλληλεπίδραση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της συζήτησης μια φορά κάθε 5-6 έτη του Σχεδίου Διαχείρισης στο Περιφερειακό ή στο Δημοτικό Συμβούλιο. Η σύνθεση, οι αρμοδιότητες αλλά και η κοινή πείρα από τη λειτουργία των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων οδηγεί στην ασφαλή εκτίμηση ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Ούτε φυσικά μπορεί να επιτευχθεί μέσω της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Άρθρου 35 η οποία δεν έχει καν γνωμοδοτική αρμοδιότητα. Η προτεινόμενη προσέγγιση δεν απαντά, επίσης, ούτε στα όποια προβλήματα συνεργασίας με τη διοίκηση, αφού η οι ΜΔΠΠ θα είναι υπηρεσίες ΝΠΙΔ και θα έχουν ανάγκη τις δημόσιες αρχές για πληθώρα δράσεων.

Υποστηρίζουμε συνεπώς ότι οι διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου θα πρέπει να αποσυρθούν και να αντικατασταθούν με άλλες που θα επιτρέπουν να διατηρηθεί και να μετεξελιχθεί περαιτέρω το υφιστάμενο σύστημα διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών που στηρίζεται στους Φορείς Διαχείρισης ΠΠ, με μέτρα όπως τα παρακάτω:

  • Μετεξέλιξη των υφιστάμενων ΦΔ σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με την ίδια με σήμερα σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου. Έτσι οι ΦΔ θα μπορέσουν να αποκτήσουν ορισμένες ουσιαστικές αρμοδιότητες (π.χ. αδειοδοτήσεις). Η μετεξέλιξη θα δημιουργήσει υπηρεσιακή συνέχεια, θα επιτρέψει την κινητικότητα του προσωπικού, θα δημιουργήσει προϋποθέσεις συσσώρευσης εμπειρίας και θα μειώσει το φόρτο εργασίας των κεντρικών υπηρεσιών του ΥΠΕΝ.
  • Ενίσχυση της εποπτικής λειτουργίας της αρμόδιας διεύθυνσης του ΥΠΕΝ σε ό,τι αφορά την προστασία και διαχείριση των προστατευτέων αντικειμένων και περιοχών και τα διοικητικά θέματα των ΦΔ.
  • Αναβάθμιση της Επιτροπής Φύση 2000, με διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη, ώστε να διατηρήσει και να επεκτείνει την επιστημονική εποπτεία και τον συντονισμό του έργου των ΦΔ σε συνεργασία με τις αρμόδιες κρατικές αρχές. Διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης των δράσεων των ΦΔ από τον κρατικό προϋπολογισμό.
  • Να αναλάβει τη φύλαξη, που είναι θεμελιώδες ζήτημα για τις ΠΠ, η Δασική Υπηρεσία. Αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα με διεύρυνση των αρμοδιοτήτων, επαρκή και κατάλληλη στελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών και επαρκή αύξηση των διαθέσιμων πόρων (εξοπλισμό και χρηματοδότηση).

Κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών και χρήσεις γης

Η Ελλάδα παρά το σχετικά μικρό της μέγεθος έχει υψηλότατη ποικιλότητα σε είδη, οικοσυστήματα και τοπία, κάτι που αντικατοπτρίζεται στον μεγάλο αριθμό τύπων οικοτόπων και ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που έχουν καταγραφεί. Έχει δε περιληφθεί ως παγκόσμια σημαντική περιοχή για τη βιοποικιλότητα, ιδιαίτερα για τα φυτά και τους ιχθυοπληθυσμούς των εσωτερικών υδάτων της. Αυτό αυξάνει την ευθύνη που η χώρα φέρει σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Θεωρούμε συνεπώς σκόπιμο οι κατηγορίες των προστατευόμενων περιοχών και ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ή ενός φυσικού σημείου ενδιαφέροντος να συμβαδίζουν με τις βέλτιστες προδιαγραφές διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, τόσο για λόγους κοινής ενωσιακής τυπολογίας, όσο και για λόγους κοινής πολιτικής και επιστημονικής αναφοράς σε Ευρώπη και Παγκόσμια. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η Ελλάδα οφείλει να ακολουθεί το σύστημα κατηγοριοποίησης προστατευόμενων περιοχών της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Φύσης (IUCN).

Σε ό,τι αφορά τις χρήσεις γης, οι περιγραφές των χρήσεων γης και των δραστηριοτήτων θα πρέπει να ακολουθούν καθιερωμένα πρότυπα. Συμφωνούμε με την εισαγωγή της υποχρέωσης ενός κοινού τυπολογίου με τις άλλες χωροταξικές ρυθμίσεις, το οποίο θα ακολουθούν και οι ΕΠΜ. Διαφωνούμε όμως με την προτεινόμενη από το ν/σ εισαγωγή καινοφανών-υβριδικών χαρακτηρισμών μεταξύ των κατηγοριών προστασίας, των δραστηριοτήτων, των χρήσεων γης και των μορφών κάλυψης που θα δημιουργήσουν συγχύσεις και περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιδιώκουν να επιλύσουν. Για παράδειγμα, ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δασικής ή δάσους που γίνεται με βάση τη μορφή κάλυψης, τι σχέση έχει με τη συλλογή μανιταριών που είναι μια δραστηριότητα στην οποία δεν χωρά χωροταξική ρύθμιση;
Για τις προτεινόμενες ρυθμίσεις των χρήσεων γης/μορφών κάλυψης που εισάγονται με την παράγραφο 17 του άρθρου 44 για τις τέσσερις ζώνες χαρακτηρισμού, ο ειδικός σχολιασμός περιττεύει. Παραβιάζουν κάθε αρχή προστασίας της φύσης και διατήρησης της βιοποικιλότητας στις προστατευόμενες περιοχές και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το παγκόσμια αποδεκτό σύστημα προστατευόμενων περιοχών της IUCN.
Όταν το αντικείμενο είναι μία περιοχή, τότε οι κανόνες οφείλουν να ξεκινούν από τις πιο κρίσιμες για τη βιοποικιλότητα περιοχές. Στις θέσεις αυτές οι κανόνες θα πρέπει είναι πολύ αυστηροί και σταδιακά, μέσα από διαδοχική ζωνοποίηση του συνόλου της περιοχής, οι κανόνες θα πρέπει να γίνονται πιο ελαστικοί και ευέλικτοι.

Δασικοί χάρτες

Ο ρόλος των δασικών χαρτών στην άσκηση αναπτυξιακής και περιβαλλοντικής πολιτικής είναι κρίσιμος και γι’ αυτό και έγιναν απαιτητοί από μνημόνια και θεσμούς.

Ήδη η χώρα έχει προχωρήσει αρκετά στην κύρωση των δασικών χαρτών (44,3% της επικράτειας), μάλιστα η πλειοψηφία του έργου υλοποιήθηκε από ιδίους πόρους, δηλαδή από δασολόγους των Δασικών Υπηρεσιών. Η διαδικασία συνεχίζεται και εξάμηνο με το εξάμηνο κυρώνονται ή αναρτώνται νέοι δασικοί χάρτες. Οι αντιρρήσεις στην κυρωμένη έκταση των δασικών χαρτών αντιστοιχούν σχεδόν στο 6% αυτής. Σε αυτό το πολύ μικρό ποσοστό, οι αιτήσεις αντιρρήσεων είναι 6.690, ενώ υπάρχουν αιτήματα για εξαγορά 1.199 στρεμμάτων. Οι Δασικές Υπηρεσίες κλήθηκαν να εξετάσουν αντιρρήσεις στους δασικούς χάρτες και εξαγορές, ως συνέχεια των εργασιών και ως λειτουργοί του δημοσίου που υπερασπίζονται τη δημόσια περιουσία. Οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠΕΑ) ξεκίνησαν να συνεδριάζουν και να εκδίδουν αποφάσεις επί αυτών των αντιρρήσεων, αλλά όχι με τους ρυθμούς που δεσμεύτηκε η χώρα. Επομένως, υπάρχει ανάγκη για βελτίωση του συστήματος.

Το υπό διαβούλευση ν/σ θεωρεί ότι η βελτίωση αυτή θα πρέπει να στηρίζεται στην αλλαγή της σύνθεσης των ΕΠΕΑ, περιορίζοντας τους δημοσίους υπαλλήλους από δύο σε ένα, ορίζοντας ως πρόεδρο της ΕΠΕΑ το δικηγόρο και εισάγοντας ως τρίτο μέλος μηχανικό χωρίς να διευκρινίζει αν θα έχει ή όχι εμπειρία σε τοπογραφικούς χάρτες και φωτοερμηνεία. Μια τέτοια σύνθεση όμως θα έχει τραγικές επιπτώσεις, γιατί:
Ιδιώτες θα καλούνται να αποφασίσουν αν μια έκταση είναι δημόσια ή όχι (αυτεπάγγελτα όλα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις των δασικών χαρτών θεωρούνται δημόσιες, ιδιαίτερα όταν δεν υφίστανται αναγνωρισμένοι τίτλοι ιδιοκτησίας). Το θέμα της εμπλοκής ιδιωτών στην διαδικασία αυτή και μάλιστα σε πλειοψηφία σε σχέση με τους δημόσιους υπαλλήλους, αυξάνει τις πιθανότητες εμφάνισης φαινομένων διαπλοκής δεδομένου ότι οι ιδιώτες εμπλέκουν στην διαδικασία υπεράσπισης των αντιρρήσεών τους ιδιώτες δικηγόρους και τοπογράφους μηχανικούς. Δεν αναφέρεται πουθενά στο ν/σ το ασυμβίβαστο των δύο αυτών ρόλων.

Ο δικηγόρος δεν μπορεί να είναι πρόεδρος σε μια επιτροπή στην οποία η εργασία του περιορίζεται μόνο στην έναρξη της εξέτασης της αντίρρησης. Ο ρόλος του δικηγόρου σε μια ΕΠΕΑ είναι αποκλειστικά η διερεύνηση του έννομου συμφέροντος των αιτούντων.

Αν ο Πρόεδρος είναι δικηγόρος και μάλιστα ιδιώτης, οι αποφάσεις των ΕΠΕΑ αναπόφευκτα ή θα έχουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις ή θα έχουν πλημμελείς αναφορές (και άρα σοβαρά λάθη). Ο λόγος είναι ότι, εξαιτίας της υποστελέχωσης των Δασικών Υπηρεσιών, ο Πρόεδρος της ΕΠΕΑ ετοιμάζει το φάκελο της κάθε αντίρρησης και εκτελεί όλες τις διαδικασίες της κάθε συνεδρίασης (πριν και μετά). Οι εργασίες αυτές εμπεριέχουν φωτοερμηνεία (παρελθόν και παρόν), εισήγηση προς την ΕΠΕΑ, κάλεσμα των αιτούντων, συνεδρίαση, αναφορά ΕΠΕΑ, κλπ.

Οι μηχανικοί και οι δικηγόροι δεν έχουν την τεχνογνωσία ούτε την αρμοδιότητα να φωτοερμηνεύουν την κάλυψη μιας έκτασης και να τη μεταφέρουν στους δασικούς χάρτες. Ομοίως, δε θα ζητούνταν από δασολόγους να ερμηνεύουν παραβάσεις και διατάξεις της πολεοδομικής ή αγροτικής νομοθεσίας, στο πλαίσιο αντιρρήσεων σε Πολεοδομία και ΟΠΕΚΕΠΕ αντίστοιχα.

Θα δημιουργηθούν πρόσθετες χρονικές επιβαρύνσεις και τεχνικά προβλήματα, εξαιτίας των παγωμένων αποφάσεων των υφιστάμενων ΕΠΕΑ, για τεχνικούς λόγους.

Δεδομένου ότι το σύστημα των ΕΠΕΑ χρήζει βελτίωσης, προτείνουμε τα παρακάτω:

  1. Ενίσχυση με μόνιμο και εποχικό προσωπικό των Δασικών Υπηρεσιών, ώστε να γίνεται σωστή προετοιμασία του κάθε φακέλου αντιρρήσεων ή εξαγοράς με καθολική υποστήριξη της κάθε ΕΠΕΑ.
  2. Ο Πρόεδρος στις ΕΠΕΑ να είναι απαραίτητα δασολόγος, δημόσιος υπάλληλος με εμπειρία στο αντικείμενο.
  3. Σε περίπτωση που είναι απαραίτητο να υπάρχουν ιδιώτες σε ΕΠΕΑ (δασολόγοι, γεωπόνοι ή δικηγόροι), θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι έχουν αποδεδειγμένη εμπειρία στο αντικείμενο (φωτοερμηνία, φωτογραμμετρία) και ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, ενώ θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σχετικό “μητρώο μελετητών” στο ΓΕΩΤΕΕ.
  4. Απαλλαγή όλων των μελών των ΕΠΕΑ που είναι δημόσιοι υπάλληλοι από άλλα καθήκοντα για ένα χρονικό διάστημα, ώστε να έχουν αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τις αντιρρήσεις και τις εξαγορές.
  5. Νομοθετική πρόβλεψη που θα επιτρέπει στις Δασικές Υπηρεσίες να ασκούν αντίρρηση σε απόφαση ΕΠΕΑ για ένα εύλογο χρονικό διάστημα πριν ή μετά την κύρωση των δασικων χαρτών, εφόσον διαπιστωθεί στην πορεία ότι έχουν γίνει παρερμηνείες από τις ΕΠΕΑ. Αυτό θα επιτρέψει στο Δημόσιο να επενελέγξει το χαρακτηρισμό μιας έκτασης για την οποία εκ παραδρομής η ΕΠΕΑ απεφάνθη ότι είναι εκτός ή εντός δασικής νομοθεσίας.

Περιβαλλοντική αδειοδότηση

Στο προτεινόμενο ν/σ θα θέλαμε να επισημάνουμε τρία κρίσιμα θέματα.
Το πρώτο θέμα είναι ότι με το νέο σύστημα διαχείρισης των ΠΠ, σε όλες τις περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις για την έναρξη νέων νόμιμων δραστηριοτήτων ή επέκταση υφιστάμενων νόμιμων δραστηριοτήτων σε ΠΠ, οι τοπικοί φορείς απουσιάζουν. Συγκεκριμένα, τοπικά οι ΜΔΠΠ, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι δημόσιες αρμόδιες υπηρεσίες, οι παραγωγικοί φορείς, οι επιστήμονες και η κοινωνία των πολιτών δεν ενημερώνεται για έργα και παρεμβάσεις και όλα αποφασίζονται κεντρικά, στην Αθήνα, χωρίς τη γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και μελλοντικών προβλημάτων ή ευκαιριών που μπορεί να προκύψουν.

Το δεύτερο θέμα είναι ότι κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση εισάγονται ασφυκτικοί χρόνοι που δεν αντιστοιχούν σε καμία άλλη αδειοδότηση από το δημόσιο τομέα, ενώ εισάγεται ο θεσμός του ιδιώτη αξιολογητή. Δηλαδή, ο ιδιώτης αξιολογητής συντάσσει μια αξιολόγηση με ή χωρίς τη γνωμοδότηση των αρμόδιων υπηρεσιών, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι ουσιαστικά θα επικυρώνουν την αξιολόγηση. Αυτή η νέα νομοθετική προσθήκη ενισχύει την αδιαφάνεια και την αναξιοκρατία και αναμένεται να φέρει προστριβές (μεταξύ του δημοσίου τομέα και των ιδιωτών) και καθυστερήσεις. Επίσης, σημαντικές γνωμοδοτήσεις αρμόδιων έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Το τρίτο είναι ότι έργα και δραστηριότητες κατηγορίας Β δεν θα ακολουθούν τη διαδικασία εκπόνησης ΜΠΕ αλλά θα υπόκεινται στην πιο απλή διαδικασία των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων. Τα έργα και οι δραστηριότητες Β κατηγορίας δεν έχουν τόσο μικρή ένταση και επίδραση. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να παραμείνει η διαδικασία της περιβαλλοντικής τους αδειοδότησης ως έχει.