Εισήγηση στο ετήσιο συνέδριο των Οικολόγων Πράσινων, Αθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2019

Του Γιάννη Παρασκευόπουλου

Εισαγωγικά

Στη δημοκρατία, το ποιος συμμετέχει στην εξουσία καθορίζεται από τη λαϊκή εντολή. Στην ίδια λαϊκή ψήφο, λογοδοτούν περιοδικά οι κυβερνώντες και για την άσκηση της εξουσίας τους, κάθε φορά που λήγει η θητεία τους και ζητούν να την ανανεώσουν.

Τον περασμένο Ιούλιο, ολοκληρώθηκε η πρώτη συμμετοχή των Ο.Π. σε κυβέρνηση, με 4 ½ χρόνια διαρκούς παρουσίας. Αντίθετα με τη δημοκρατική αρχή, οι ΟΠ μπήκαμε στην εξουσία «από το παράθυρο», με απευθείας πρόσκληση του εκλεγμένου πρωθυπουργού. Αποφύγαμε επίσης να κριθούμε από τους πολίτες για το έργο μας, καθώς στις εθνικές εκλογές συμπορευθήκαμε πάλι με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η νηφάλια αποτίμηση της κυβερνητικής μας συμμετοχής, είναι απαραίτητη για να κλείσει για τους ΟΠ αυτό το κεφάλαιο και να προχωρήσουμε στα επόμενα: από τον περασμένο Ιούλιο η χώρα έχει κυβέρνηση ΝΔ, και με τα δικά της πεπραγμένα θα έχουμε να ασχολούμαστε από την επομένη του συνεδρίου και μετά.

Δεν ήμασταν οι μόνοι

Η συγκυρία τα έφερε, ώστε την ίδια περίοδο να διαχειριστούν δημόσια εξουσία και άλλες δυνάμεις από τον ευρύτερο χώρο μας:

  • Στο υπουργείο Πολιτισμού η εξαιρετικά αξιόλογη και έντιμη Λυδία Κονιόρδου, μέλος μας για αρκετά χρόνια και υποψήφια 2 φορές με τους ΟΠ (και 1 ακόμη με άλλο πράσινο σχήμα) είχε μια σύντομη θητεία χωρίς να αφήσει ορατό στίγμα.
  • Στον Δήμο Κοζάνης το 2014, ο Λευτέρης Ιωαννίδης εκλέγχθηκε ο πρώτος πράσινος δήμαρχος. Είχε θετική και δημιουργική θητεία, με πολύ καλή διαχείριση, ουσιαστική δουλειά για τη μεταλιγνιτική μετάβαση, πνεύμα συνθέσεων και συναινέσεων. Δεν κατάφερε πάντως να γίνει πανελλήνιο πρότυπο, ούτε να παγιώσει την ανατροπή του ΠΑΣΟΚικού συστήματος Κουκουλόπουλου, που τελικά κατάφερε να εμποδίσει την επανεκλογή του.
  • Στον Δήμο Αθηναίων, 4 πρώην μέλη των ΟΠ (Μυριβήλη, Δραγούμης, Παπαγιαννάκης, Καφετζόπουλος) εκλέχθηκαν δημοτικοί σύμβουλοι με τη δημοτική αρχή του Γ. Καμίνη χωρίς στήριξη των ΟΠ. 3 από αυτούς διετέλεσαν και αντιδήμαρχοι, με αρκετά θετικές θητείες. Δεν διεκδίκησαν πάντως ποτέ πράσινες δάφνες, ούτε άφησαν κάποιο διακριτό πράσινο στίγμα στη δημαρχία Καμίνη.

Το πλαίσιο της κυβερνητικής συμμετοχής

Η είσοδος των Ο.Π. στην κυβέρνηση έγινε με βάση την εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού, όχι με λαϊκή εντολή. Βασικό στοιχείο, λοιπόν, ήταν ότι οι ΟΠ δεσμευόμασταν να ακολουθούμε μια κυβερνητική πολιτική που ΔΕΝ συνδιαμορφώναμε.

  • Δεν μπορούσαμε, καθώς δεν είχαμε αυτόνομη συμμετοχή στις εκλογές και δικό μας λαϊκό έρεισμα.
  • Δεν θέλαμε, ούτε το επιχειρήσαμε, καθώς δεν είχαμε δικό μας κυβερνητικό σχέδιο ή επικαιροποιημένη κεντρική πολιτική αφήγηση
  • Τα 22 σημεία ήταν γενικό πλαίσιο σύγκλισης των ΟΠ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Κανένα από αυτά δεν ζητούσε κάτι πέρα από το πρόγραμμα και τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Φυσικό επακόλουθο ήταν ότι οι κυβερνητικές μας παρεμβάσεις αφορούσαν διαχείριση θεμάτων στα οποία συμφωνούσαμε με το κυβερνητικό πρόγραμμα. Ξεχωρίζω εδώ δυο κυρίως διακριτές κατηγορίες παρεμβάσεων:

Α. Ήδη ώριμες μεταρρυθμίσεις όπως οι δασικοί χάρτες (όπου υπηρχε ρητή πρόβλεψη στο Σύνταγμα, ενώ ενδιαφέρονταν και οι δανειστές ως προαπαιτούμενο για το κτηματολόγιο) και ο περιορισμός της πλαστικής σακούλας όπου υπήρχε ήδη ευρωπαϊκή νομοθεσία με δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, με προτάσεις και για πιθανά εργαλεία: εδώ αναλάβαμε κυρίως την επίλυση πρακτικών προβλημάτων και την υλοποίηση στην πράξη.

Β. Δικές μας πρωτοβουλίες σε σχετικό προγραμματικό κενό του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η Εθνική Στρατηγική για τα Δάση και το νομοσχέδιο για τις αστικές αναπλάσεις. Η διάρκειά τους στον χρόνο θα κριθεί από την ύπαρξη ή μη συναινέσεων (και) με την τότε αντιπολίτευση, καθώς και από την ενεργοποίηση κοινωνικών δυνάμεων που θα συνεχίσουν να τα στηρίζουν και μετά την κυβερνητική αλλαγή: και τα δύο, χρειαζόταν να τα είχαμε ήδη προετοιμάσει εμείς, με εκτεταμένες πολιτικές παρεμβάσεις πριν την κυβερνητική μας συμμετοχή.

Πώς διαχειριστήκαμε τη συμμετοχή μας

Κάθε πραγματικό κόμμα είναι και πολιτικοκοινωνική παράταξη. Λογικά, ένα πράσινο κόμμα εκπροσωπεί το «στρατόπεδο της βιωσιμότητας», με όλους όσοι ενεργοποιούνται για τα ζητήματα της Πράσινης Ατζέντας σε κατευθύνσεις παρόμοιες με τις δικές μας. Η στήριξη σε τέτοιο κόσμο, όπως οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις που σε πολλά έχουν πολλαπλάσια διαχειριστική εμπειρία από τη δική μας, θα ήταν και η αποτελεσματικότερη λύση στη διαχείριση της κυβερνητικής μας συμμετοχής, όπου οι πολιτικές προτάσεις έπρεπε να μεταφράζονται διαρκώς σε νομοσχέδια και υπουργικές αποφάσεις. Μην ξεχνάμε ότι κανείς μας δεν είχε ποτέ διατελέσει ούτε καν βουλευτής.

Δυστυχώς επιλέξαμε το αντίθετο, αποφασίζοντας στο ΠΣ ότι για κρατικές θέσεις προτείνουμε μόνο δικά μας μέλη. Λειτουργήσαμε έτσι ως κλειστός μηχανισμός, και απομακρυνθήκαμε από πράσινα ακροατήρια που πολλοί νόμιζαν ότι δεν χρειαζόμασταν πια. Για πολλούς η εκλογική συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ γινόταν δεκτή με ανακούφιση ότι απαλλασσόμασταν από τις «δύσκολες» απαιτήσεις μιας αυτόνομης καθόδου, ακριβώς τη στιγμή που η είσοδος στην κυβέρνηση ανέβαζε τις απαιτήσεις αυτές πολύ περισσότερο.

Στελέχη μας έδειξαν υπέρμετρη αυτοπεποίθηση και τελείως αβάσιμη αυτάρκεια, σε συνθήκες που ξεπερνούσαν κατά πολύ κάθε προηγούμενη πολιτική τους εμπειρία. Αποτέλεσμα ήταν, ακόμη και ορθές κατά βάσει πρωτοβουλίες να εξελίσσονται σε επικοινωνιακά προβλήματα:

  • Στους δασικούς χάρτες, η ορθή παραπομπή των «οικιστικών πυκνώσεων» σε χωριστή 2η φάση κατέληξε σε εκκρεμότητες τόσο ανοιχτές, που δημιουργούσαν προσδοκίες στους πάντες και έδωσαν λαβή για πλήθος αρνητικά σχόλια.
  • Στην προστασία των ζώων συντροφιάς, οι σχέσεις με τις ζωοφιλικές οργανώσεις δηλητηριάστηκαν από εμμονές όπως ότι οι Εκθέσεις της Κομισιόν για το παράνομο εμπόριο ζώων αφορούν κυρίως γάτες και σκυλιά (που βρίσκονται παντού και σχεδόν χωρίς κόστος) και όχι είδη όπως ιγκουάνα, παπαγάλους και πιθήκους, που είναι απαγορευμένα, πανάκριβα και σπάνια.

Απειρία, ανεπαρκείς χειρισμοί, αυτοαπομόνωση από την κοινωνική μας βάση, ανασφάλεια αλλά και υπέρμετρη νομιμοφροσύνη προς την κυβέρνηση, οδήγησαν αρκετές φορές σε τέτοιου είδους «ατυχήματα», που δεν πλήττουν μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά και όλο τον χώρο της Πολιτικής Οικολογίας.

Νομοσχέδια με θετικό θεσμικό πλαίσιο για θέματα όπως η ανακύκλωση, η κοινωνική οικονομία ή οι ενεργειακές κοινότητες, προωθήθηκαν χάρη και στους ΟΠ. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο δεν φαίνεται πάντως να έχει φέρει ακόμη αντίστοιχη πραγματική άνθηση στους συγκεκριμένους τομείς, για λόγους που δεν είμαι σε θέση να ξέρω.

Μια σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια

Εσωκομματικά λέγεται επίμονα ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση μέσω του ΣΥΡΙΖΑ και τα πεπραγμένα μας εκεί, ήταν ό,τι σημαντικότερο για μας και την κοινωνία έχει γίνει ποτέ από τους Οικολόγους Πράσινους. Για μια νηφάλια σύγκριση, παραθέτω 3 ενδεικτικές παρεμβάσεις – μια ευρωπαϊκή, μια ελληνική και μια τοπική- από την περίοδο που ήμασταν εκτός κυβέρνησης και εκτός Βουλής:

  • Σε εξέλιξη βρίσκεται σήμερα η πρωτοβουλία για πρόωρη αποπληρωμή παλαιών δανείων προς το ΔΝΤ, που θα μας ελαφρύνει από τόκους πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για δάνεια από το 1ο Μνημόνιο, του 2010, με απαράδεκτα υψηλά επιτόκια. Οι ΟΠ το αναδείξαμε από την πρώτη στιγμή, θέτοντάς το επίσημα προς την Ομάδα των Πράσινων ευρωβουλευτών, τη μέρα που ψηφιζόταν στην ελληνική Βουλή το 1ο Μνημόνιο: η παρέμβασή μας υιοθετήθηκε από τους Πράσινους και το ίδιο πρωί ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ έδωσε στο θέμα κεντρική θέση στην ιστορική ομιλία του ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου, όπου κατήγγειλε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για επιτόκια κερδοσκοπίας σε βάρος μιας χώρας-μέλους υπό κατάρρευση. Η ομιλία εκείνη έκανε πανευρωπαϊκή αίσθηση, και το θέμα των επιτοκίων βρέθηκε σε κάθε επόμενη ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση για την Ελλάδα. Στο 2ο και το 3ο Μνημόνιο τα επιτόκια ήταν τουλάχιστον 50% χαμηλότερα, και η ελληνική κοινωνία απέφυγε δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον τόκων.
  • Η «οικειοθελής αποκάλυψη αδήλωτων εισοδημάτων», έφερε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και βοήθησε τις κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ να αποφύγουν πρόσθετα μέτρα. Το νήμα ξεκινάει το 2010, όταν οι ΟΠ καταθέσαμε στον τότε υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου πρόταση για συγκεκριμένες διασταυρώσεις ήδη διαθέσιμων στοιχείων, που θα αποκάλυπταν περιουσίες από παράνομο ή αδήλωτο χρήμα. Η τότε κυβέρνηση φυσικά δεν ασχολήθηκε, όμως επιμείναμε: είχαμε την τόλμη να συναντήσουμε στο ευρωκοινοβούλιο με τους Πράσινους τον επικεφαλής της TASK FORCE (σε εποχή που κάτι τέτοιο θεωρούνταν «συνεργασία με τον εχθρό») και να του παραδώσουμε προσωπικά την πρόταση. Εκείνος την παρουσίασε επίσημα τον Νοέμβριο του 2011 ως κορμό του δικού του προγράμματος κατά της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα. Αποτελέσματα έκαναν χρόνια να φανούν, αλλά τελικά ήρθαν.
  • Το κλείσιμο του μισού σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας, ήταν βασικός πυλώνας του 1ου Μνημονίου. Στις περικοπές περιλαμβανόταν και το τραίνο προς τη Φλώρινα. Στο πλαίσιο της καμπάνιας μας ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΝΑΙ, ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΟΧΙ, οι Ο.Π. οργανώσαμε περιοδεία και στη Φλώρινα λίγο πριν κλείσει το τρένο, ενώ τα ελάχιστα μέλη μας εκεί πήραν πρωτοβουλία για συγκρότηση τοπικής Επιτροπής Αγώνα, που συσπείρωσε δυνάμεις από το τοπικό ΛΑΟΣ μέχρι την Αντιεξουσιαστική Κίνηση. Ο αγώνας κράτησε σχεδόν 2 χρόνια, αλλά τελικά το τρένο ξαναήρθε στη Φλώρινα τον Οκτώβριο του 2012 και από τότε δεν έχει ξανακοπεί. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ανακλήθηκε μνημονιακό μέτρο.

Το κόστος της κυβερνητικής συμμετοχής

Αρκετά συχνά, ένα πολιτικό σχέδιο έρχεται να ακυρώσει κάποιο άλλο, ακόμη κι αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός μας. Το σχέδιο λοιπόν της συμπόρευσης με τον ΣΥΡΙΖΑ και της κυβερνητικής συμμετοχής των Ο.Π., όπως στηρίχθηκε στην ψυχολογία ήττας και εξουθένωσης στο εσωτερικό μας, είχε το δικό του παράπλευρο κόστος:

  • Στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας δώσαμε, για λόγους πειθαρχίας του ΣΥΡΙΖΑ, θετική ψήφο στον Προκόπη Παυλόπουλο, πρωτεργάτη της (αποτυχημένης) προσπάθειας ανατροπής του Άρθρου 24 το 2006-8. Δεν προσπαθήσαμε καν να αποσπάσουμε από τον Αλ.Τσίπρα εγγυήσεις ότι δεν θα πειραζόταν η συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος, και λίγο έλειψε να το πληρώσουμε ακριβά: ανεπίσημη κυβερνητική πρόταση του 2017, μέσω της Επιτροπής Κατρούγκαλου, πρότεινε ανατροπή του Άρθρου 24 από το παράθυρο με αφοπλισμό του ΣτΕ και αναίρεση της νομολογίας του. Μας έσωσαν εδώ όχι μόνο οι δικές μας αντιδράσεις, αλλά και οι «53» του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Στην αναδιαπραγμάτευση των Μνημονίων, οι Οικολόγοι Πράσινοι ήμασταν το πρώτο κόμμα που είχε καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, από το 2012. Μιλήσαμε πρώτοι και για τα υποχρεωτικά πρωτογενή πλεονάσματα, που κυριαρχούν σήμερα στον δημόσιο διάλογο, προτείνοντας να διαμορφώνονται στον μέσο όρο των πλεονασματικών χωρών της ευρωζώνης. Την κρίσιμη ώρα όλα αυτά ξεχάστηκαν, σε μια εποχή που οι προτάσει ς μας μπορούσαν να αποδειχθούν πραγματικά χρήσιμες για την κυβέρνηση όπου συμμετείχαμε.
  • Το καλοκαίρι του 2015 υπερψηφίσαμε στη Βουλή το αδιέξοδο δημοψήφισμα. Στηρίζοντας πιστά την κυβερνητική στρατηγική, επιβαρύναμε τους πολίτες με τα 15 δις ευρώ της επιπλέον ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και συνεργήσαμε στο 3ο Μνημόνιο που απέτρεψε μεν το Grexit, καταδίκασε όμως τη χώρα σε ανάπτυξη με κάθε κόστος, επί ποινή θανάτου, σχεδόν χωρίς περιθώρια οικολογικής διαχείρισης.
  • Στηρίξαμε μια κυβέρνηση με συνολικά με πολύ αρνητικές επιδόσεις στα θέματα της κλιματικής αλλαγής: εξορύξεις υδρογονανθράκων στο 1/3 της χώρας, νέες λιγνιτικές μονάδες, πολύχρονες καθυστερήσεις στα έργα σταθερής τροχιάς αλλά έγκαιρη ολοκλήρωση των αυτοκινητοδρόμων, μηδενικά βήματα ακόμη και για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσει ς μας, τέτοια κυβερνητική πολιτική ελάχιστα συμβατή είναι με οποιοδήποτε πράσινο κόμμα.

Στο εσωτερικό των Ο.Π., η κυβερνητική συμμετοχή είχε και αυτή το δικό της κόστος:

  • Εγκαταλείψαμε την προσπάθεια για δικό μας συνολικό πολιτικό σχέδιο και για πράσινη αφήγηση, υιοθετώντας απλουστευτικά σχήματα της κυβερνητικής αφήγησης. Μέχρι την κρίση μιλούσαμε για το Έλλειμμα Βιωσιμότητας, μετά για την Πράσινη Στροφή, τώρα η διακριτή πράσινη οπτική δεν φαίνεται πουθενά.
  • Με εξαίρεση τις εξορύξεις υδρογοναθράκων, δεν δημιουργήσαμε πραγματικό πολιτικό κόστος για τα οικολογικά εγκλήματα. Δεν επηρεάσαμε σοβαρά την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, δεν προβάλαμε στην κοινωνία εναλλακτικό μοντέλο για την οικονομία.
  • Αμέσως μετά τις ευρωεκλογές του 2014, η προοπτική της συμπόρευσης με τον ΣΥΡΙΖΑ επέτρεψε και την ατιμωρησία βασικών υπεύθυνων της εκτεταμένης προσυνεδριακής νοθείας του 2013. Αντί για λογοδοσία, οι τελευταίοι έγιναν και πάλι ρυθμιστές: προσχώρησαν στο «σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ», καθόρισαν την εκλογή του επικεφαλής της συνεργασίας , διαμόρφωσαν προσδοκίες και απαιτήσεις για δημόσιες θέσεις. Τελικό κόστος ήταν μια πολύμηνη εσωκομματική σύγκρουση πρωτοφανούς έντασης το 2017-8, που εξουθένωσε τους πάντες και άφησε τους Ο.Π. πολύ πιο αδύναμους.
  • Τελικά η συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ διέσωσε μεν ένα στοιχειώδη κομματικό μηχανισμό για τους Ο.Π., παγίωσε όμως τη συγκυριακή και αναστρέψιμη ήττα των ευρωεκλογών του 2014. Οι βασικές αιτίες της τελευταίας, είχαν εξαλειφθεί από την αμέσως επόμενη μέρα: ο τότε εμφύλιος είχε οριστικά λήξει, η σύμπραξη τελευταίας στιγμής με τους ξεχασμένους Πειρατές δεν θα ξαναμπέρδευε τους ψηφοφόρους, η εικόνα (ανεξήγητης για τους πολλούς) διάσπασης με το μικρό χωριστό σχήμα των ΠΡΑΣΙΝΩΝ δεν θα συνεχιζόταν, καθώς το τελευταίο δεν είχε δυνάμεις για εθνικές εκλογές. Το τι θα γινόταν αν είχαμε τελικά βρει την απαραίτητη ψυχική δύναμη και προσπαθούσαμε να ξανακερδίσουμε τον κόσμο μας, είναι κάτι που μάλλον ποτέ δεν θα μάθουμε με βεβαιότητα.

Αντί για συμπεράσματα

Ελάχιστο νόημα έχει να ζυγίσουμε σήμερα το κόστος αυτό, απέναντι στο έργο της κυβερνητικής μας συμμετοχής. Σημασία έχει όμως να μάθουμε να αποτιμούμε νηφάλια τέτοιες εμπειρίες.

Το πρώτο που οφείλω να πω, είναι ότι όλοι τίμησαν τις κρατικές θέσεις που πήραν, παίρνοντάς τες σοβαρά και προσπαθώντας να τις υπηρετήσουν όσο μπορούσαν καλύτερα.

Η ανθρώπινη ανάγκη τους να ακούσουν έναν καλό λόγο για ό,τι θετικό έγινε στον τομέα τους, δεν αναιρεί πάντως ότι κάποια από αυτά θα γίνονταν πιθανόν εξίσου καλά και χωρίς εμάς, από ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ ή εκτός κομμάτων.

Για όσα ήταν ήδη στο κυβερνητικό πρόγραμμα, η αναγνώριση μοιράζεται ανάμεσα στους Ο.Π. και τους κυβερνητικούς μας εταίρους. Για όσα προβλέπονταν από ευρωπαϊκή νομοθεσία, ισχύει το ίδιο: οι Ο.Π. συμβάλαμε σημαντικά στα συγκεκριμένα θετικά βήματα, αλλά δεν τα κάναμε τελείως μόνοι μας. Ακόμη και από τις χειρότερες κυβερνήσεις, άλλωστε, δεν λείπουν επιμέρους θετικά βήματα, όπως η προστασία των μικρών υγροτόπων επί της (φρικτής για μένα) κυβέρνησης Σαμαρά.

Τώρα λοιπόν που η κυβερνητική μας συμμετοχή έχει λήξει και βρισκόμαστε και πάλι στην αντιπολίτευση, είναι σημαντικό:

  • Να αφομοιώσουμε τη διαχειριστική εμπειρία που αποκτήσαμε, να αξιοποιήσουμε τα θετικά της.
  • Να αποφύγουμε την αλαζονεία, να συνειδητοποιήσουμε ότι κανείς δεν πρόκειται να πιστέψει ότι σώσαμε εμείς τη χώρα.
  • Να παραδεχθούμε τα όριά μας για να μπορέσουμε να τα ξεπεράσουμε, να δούμε τι μπορούσαμε να είχαμε κάνει καλύτερα, ιδίως σε θέματα που δεχθήκαμε επιθέσεις.
  • Να δούμε ποιες ήταν οι προσδοκίες του κόσμου από μια πράσινη συμμετοχή στην εξουσία, και να τις συγκρίνουμε με όσα θεωρούμε εμείς επιτυχίες μας.
  • Να εξετάσουμε αν και πόσο δείξαμε, από τις κρατικές και κυβερνητικές μας θέσεις, το διαφορετικό πράσινο ύφος και ήθος που θα περίμενε από μάς η κοινωνία.
  • Να ξαναδώσουμε έμφαση στη συνολική πράσινη οπτική και στις απαραίτητες επεξεργασίες και προτάσεις.
  • Να οικοδομήσουμε δεσμούς με όλους εκείνους που ενδιαφέρονται να τις προωθήσουν και να τις υλοποιήσουν.