Ο Γάλλος Γεωγράφος Jean Brunhes έγραφε το 1922 στο βιβλίο του La Geographie de Li Histoire, για τους λαούς των Βαλκανίων που μόλις είχαν βγει από τη δίνη μιας δεκαετίας συνεχόμενων πολυαίμακτων πολέμων με εκατομμύρια νεκρούς [Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13), Α’ Π. Πόλεμος (1914-1918) και Ελληνο-τουρκικός Πόλεμος (1919-1922)]: «Το παρελθόν αναβιώνει ολόκληρο λες και οι νεκροί ξαφνικά ανασταίνονται και αναγεννούν στους ζώντες τα προπατορικά πάθη –ανασυντάσσουν την πλέον επιθετική ή ιστορική αλληλεγγύη και εγείρουν τις αιώνες έχθρες–, καταλύουν τις πρόσφατες συμμαχίες, τις οποίες συγκρότησαν οι ευφυείς πολιτικές προσπάθειες»…

Του Γιώργου Στάμκου*

Η Επιστροφή των νεκρών

Οι νεκροί είναι παρόντες. Ειδικά στις μεταπολεμικές περιόδους. Συμμετέχουν στο μεταπολεμικό πολιτικό παιχνίδι, συμβάλλοντας στον μεταφυσικό εκτροχιασμό της πολιτικής. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, την επέτειο της 100ετούςς λήξης του οποίου θα εορτάσει η Ευρώπη στις 11 Νοεμβρίου του 2018. Κατά τη διάρκειά του δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίοι κατέβηκαν στην κόλαση των λασπωμένων χαρακωμάτων για να υπερασπιστούν με την ίδια τους της ζωή την «αξιοπρέπεια του Έθνους». Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στα σφαγεία των χαρακωμάτων για κερδίσουν, και να ξαναχάσουν στη συνέχεια, λίγα τετραγωνικά μέτρα λάσπης. Πέθαναν σ’ έναν παράλογο πόλεμο, όχι για τα δικά τους συμφέροντα, ούτε και για το καλό της ανθρωπότητας, αλλά θυσιάστηκαν ως ασήμαντα πιόνια των αντιμαχόμενων εθνικισμών και των εξουσιαστικών ελίτ της Ευρώπης. Σ’ έναν πόλεμο, χωρίς πραγματικούς νικητές και ηττημένους, στον οποίο στο τέλος όλοι έχασαν. Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου οι εθνικιστές και οι δημαγωγοί πολιτικοί της Ευρώπης, επικαλούνταν συχνά τους πολυάριθμους νεκρούς του Α’ Π. Πολέμου, λες και ήταν ακόμη ζωντανοί και υπαγόρευαν τις επιθυμίες τους σ’ αυτούς που παρέμειναν ζωντανοί, και είχαν τύψεις γιατί επιβίωσαν ενώ εκατομμύρια άλλοι σκοτώθηκαν. Οι εθνικιστές πολιτικοί και ειδικά οι Φασίστες και οι Ναζιστές (εθνικοσοσιαλιστές), μιλούσαν εξ ονόματος των νεκρών -αυτής της “ουράνιας πλειοψηφίας”- λες και οι νεκροί τους έδωσαν με κάποιο πληρεξούσιο την εξουσία για να εκφράζουν τις θελήσεις τους. Στόχος τους ήταν φυσικά να καταλύσουν τη Δημοκρατία, που είναι ένα πολίτευμα που βασίζεται στην πολιτική βούληση της πλειοψηφίας των ζωντανών, βάζοντας στο πολιτικό παιχνίδι την “ουράνια πλειοψηφία” των νεκρών, εισάγοντας δηλαδή τη Νεκροπολιτική (Necropolitics).

Οι αδικοχαμένοι νεκροί του πρώτου Μεγάλου Πολέμου, όπως αποτυπώθηκαν στο χώρο κατά το Μεσοπόλεμο, με τις απέραντες στρατιωτικές νεκροπόλεις, τα πολυάριθμα μνημεία του “Αγνώστου Στρατιώτη”, με τύμβους και αγάλματα, έμοιαζαν να κοιτούν επικριτικά τους ζωντανούς σα να τους ζήλευαν γεμάτοι έξαψη κάτω από τις κρύες πλάκες των τάφων τους. Από τη πλευρά τους οι ζωντανοί ένιωθαν ενοχές, αλλά και μια νεκροφιλία προς τους αδικοχαμένους συγγενείς και φίλους τους, η οποία αποτυπώθηκε τόσο στην πολιτική, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, όσο και στις μεταφυσικές τους πεποιθήσεις.

Η τέχνη του Μεσοπολέμου είναι νεκρόφιλη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, οι φόβοι των θυμάτων της κρίσης και των επιζήσαντων του Πολέμου, εξορκίστηκαν στα κινηματογραφικά πρόσωπα του Δράκουλα, του Φρανκεστάιν, του Κινγκ Κονγκ, της Μούμιας κ.ά. Το Χόλιγουντ κατάφερε τα παρουσιάσει τις καταστροφολογικές ταινίες του ως «σύγχρονα ομοιώματα των εξαφανισμένων μας τελετουργιών» (Ιγνάσιο Ραμονέ), στις οποίες λαμβάνουν χώρα συλλογικές τελετουργικές μάχες κατά των δυνάμεων του σκότους κι εξορκίζονται έτσι οι κίνδυνοι που απειλούν τον κόσμο μας. Θέλοντας να ξεφύγουν από ένα ζοφερό παρόν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής προτίμησαν να βυθιστούν σ’ ένα κόσμο ψευδαισθήσεων, όπως ήταν ο νεοεμφανιζόμενος κινηματογράφος που είχε έντονες τάσεις νεκροφιλίας. Άλλωστε ο ίδιος ο Κινηματογράφος είναι φύσει νεκρόφιλος διότι αποθανατίζει ανθρώπους που έπειτα από κάποια χρόνια θα είναι κι αυτοί νεκροί, αλλά εμείς θα τους βλέπουμε πάντα “παγωμένους” ως ζωντανούς μέσα από τις κινηματογραφικές σκηνές που συμμετείχαν.

Τα Νεκρόφιλα Βαλκάνια

Απ’ όλες τις περιοχές της Ευρώπης τα Βαλκάνια είναι ίσως η περισσότερο νεκρόφιλη. Από τα παράξενα προϊστορικά ταφικά μνημεία του Lepenski Vir στο Δούναβη ως τα Νεκρομαντεία και τις δοξασίες περί Άδη των αρχαίων Ελλήνων, από τους μεσαιωνικούς θρύλους για τα βαμπίρ, τους βούκοντλακ, τους νεκροζώντανους και τις βογομιλικές νεκροπόλεις, μέχρι τα απέραντα νεκροταφεία και παράξενα ταφικά έθιμα, που επιβιώνουν ως τις μέρες μας, τα Βαλκάνια είναι νεκρόφιλα ως το μεδούλι τους. Γι’ αυτό είναι και στοιχειωμένα. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό: “Μπαίνοντας υπεροπτικά από τη Νότια Ευρώπη στη Μεσόγειο, είναι ένα απέραντο κοιμητήριο άταφων, ανήσυχων αναμνήσεων ανείπωτων ωμοτήτων και αδικαίωτης Ιστορίας”. (Άρνολντ Σέρμαν, Στο Κατώφλι του Χάους).

Οι νεκροί είναι πανταχού παρόντες στα Βαλκάνια. Όχι μόνον στα νεκροταφεία και στις απέραντες νεκροπόλεις τους. Τους θυμόμαστε στα εκκλησάκια στις άκρες των δρόμων, στα σέρβικα Κραϊπουτάσι (πέτρινοι οδοδείκτες-τάφοι αφιερωμένοι στη μνήμη κάποιου αδικοχαμένου), στους τάφους των αγίων, που συχνά το σκήνωμα τους είναι μουμιοποιημένο και λατρεύεται ως θαυματουργό, αλλά και στα πολυάριθμα μνημεία πεσόντων και μαχών. Οι ζωντανοί στα Βαλκάνια ζουν κάτω από την επικυριαρχία των νεκρών τους. Τα “Ψυχοσάββατα” πιστεύουν πως οι ψυχές των νεκρών, περιπλανώνται γύρω από τους τάφους τους και προσπαθούν να τους κατευνάσουν. Στη Σερβία έχουν τη συνήθεια να τρώνε και να πίνουν πάνω από τους τάφους των συγγενών τους, να τους ρίχνουν λίγο ρακί στο χώμα, να τους ανάβουν ένα τσιγάρο, θαρρείς πως είναι ζωντανοί και τους κάνουν παρέα. Στο “Χαρούμενο Νεκροταφείο” στο χωριό Σαπάντζα στη Μαρά Μούρες της Ρουμανίας οι νεκροί αναπαύονται μέσα σε μια κοσμογονία χρωμάτων και αστείων ποιημάτων, που αποτελεί τη συνέχεια μιας μακραίωνης παγανιστικής παράδοσης των βαλκανικών λαών η οποία μπολιάστηκε με τον Χριστιανισμό. Προωθώντας την ιδέα της μετά θάνατον ζωής ο Χριστιανισμός κατέστησε την επίγεια ζωή ένα είδος “φροντιστηρίου”, που προετοιμάζει τις ανθρώπινες ψυχές για το Επέκεινα. Στην κοιλάδα του Τίμοκ, στη ανατολική Σερβία, όπου ζουν κυρίως Βλάχοι και είναι διαδεδομένη η λεγόμενη “βλάχικη μαγεία”, υπάρχει το πολύ παράξενο έθιμο του λεγόμενου “Μαύρου Γάμου” (Ora de Pomana), όπου ένας ζωντανός μπορεί να παντρευτεί μια νεκρή νύφη και το αντίστροφο.

Ο αιμοδιψής Βλαντ Τέπες, το αρχέτυπο των Βαλκάνιων βαμπίρ, με τους χιλιάδες παλουκωμένους και σταυρωμένους που άφηνε στο διάβα του, συνεχίζει να προκαλεί τρόμο, ακόμη και σε όσους διαβάζουν την ιστορία του, ενώ ο λογοτεχνικός πύργος του (από τον οποίο εμπνεύστηκε ο συγγραφέας του Δράκουλα Μπραμ Στόκερ), στο Μπραν της Τρανσυλβανίας είναι “τόπος προσκυνήματος” για τους βαμπιρολάγνους ανά τον κόσμο.

Στο χωριό Ρούπιτε της Βουλγαρίας, δίπλα στα ελληνικά σύνορα, χιλιάδες άνθρωποι προσέρχονται στον τάφο της Μπάμπα Βάνγκας, της τυφλής προφήτισσας των Βαλκανίων, πιστεύοντας πως, ακόμη και μετά θάνατο, μπορεί να τους θεραπεύσει και να τους βοηθήσει να βρουν το δρόμο τους, τον έρωτά τους, την τύχη και την ευτυχία τους.

Γιατί όμως τα Βαλκάνια είναι τόσο πολύ στοιχειωμένα από φαντάσματα νεκρών και Νεκρόφιλα; Ευθύνεται άραγε η μακραίωνη και αιματοβαμμένη ιστορία τους, με τους αλλεπάλληλους πολέμους, τις υποδουλώσεις, τις σφαγές και τις πολυαίμακτες μάχες, που έχουν δημιουργήσει στους ζωντανούς μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας, που φαίνεται ακόμη κι από λαϊκές φράσεις όπως “σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε”. Στα Βαλκάνια οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς ούτε στα νεκροταφεία τους, που συχνά ξεθάβονται και καταστρέφονται όταν, έπειτα από κάποια αλλαγή συνόρων, βρεθούν σε “λάθος” χώρα. Ακόμη και οι ιστορίες των νεκρών συχνά διαστρεβλώνονται και αλλάζουν από τους ζωντανούς για λόγους συμφέροντος ή εθνικιστικής προπαγάνδας.

Στρατιές “Νεκροζωντανων” στοιχειώνουν τα Βαλκάνια

Μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταφυσικής και ορθολογισμού, τα Βαλκάνια έχουν μια δική τους ιδιαίτερη ταυτότητα και μια μεταφυσική νοοτροπία στην οποία κυριαρχεί όχι τόσο ο φόβος του θανάτου, όσο η εδραιωμένη πεποίθηση για το εφήμερο της ζωής και της ιστορικής πραγματικότητας, που είναι συνεχώς ρευστή. Υπάρχει ένα πρόβλημα στη σχέση των βαλκανικών λαών με το Χρόνο και την Ιστορία. Στα Βαλκάνια ζούμε μονίμως στο παρελθόν, που είναι και το “βασίλειο των νεκρών”. Όχι για το παρόν ή για το μέλλον, που είναι η πατρίδα των επόμενων γενεών. Η ορθοδοξία άλλωστε, που είναι και η κυρίαρχη θρησκεία στα Βαλκάνια, θεωρεί τη ζωή και το παρόν ως “φροντιστήριο” για τη μεταθάνατον ζωή. Οι Βαλκάνιοι δεν πιστεύουν στην “προκαθορισμένη σωτηρία”, όπως οι Δυτικοί Προτεστάντες, ούτε στις μετεμψυχώσεις κι ενσαρκώσεις που πιστεύουν στην Ανατολή. Στη Δύση η λεγόμενη Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας, όπως εύστοχα την περιέγραψε ο Μαξ Βέμπερ στις μελέτες του, επιτρέπει την επικέντρωση στο Εδώ και Τώρα, δημιουργώντας προϋποθέσεις οικονομικής επιτυχίας και βάζοντας τα θεμέλια ενός καπιταλιστικού συστήματος με επίκεντρο το κέρδος. Στα Βαλκάνια αντίθετα το κέντρο βάρους της ύπαρξης μετατίθεται στο Επέκεινα, στο “βασίλειο των νεκρών”, παραμελώντας συχνά τις υποχρεώσεις του Εδώ και Τώρα για χάρη μιας μεταθάνατον “αποζημίωσης”.

Στα Βαλκάνια είναι γνωστό πως δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στο κράτος και στην εκάστοτε κυβέρνηση, παρά μόνον στους “μεγάλους άνδρες”, διότι από την Ιστορία , απ’ τη “Στρατιά των Νεκρών”, θυμόμαστε και ξεχωρίσουμε μόνον τους “μεγάλους άνδρες” και τους ηρωοποιούμε. Γι’ αυτό και στην περιοχή μας επικρατεί μια νεοεθνικιστική νοσταλγία για “ένδοξες εποχές”, για “εποχές ηρώων”, που εκφράζεται ως μια επικίνδυνη επιθυμία αναβίωσης των πολεμικών οραμάτων του παρελθόντος. Έτσι τα φαντάσματα και οι εφιάλτες του βαλκανικού παρελθόντος, όλοι οι αιμοδιψείς δαίμονες, έμοιαζαν να ξαναζωντανεύουν με τους πολέμους της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, όπου η κάθε πλευρά μαχόταν για τη “τιμή και την αξιοπρέπεια” των αδικοχαμένων νεκρών της, προσπαθώντας να “αποδώσει δικαιοσύνη” με αίμα, δημιουργώντας έτσι μια νέα στρατιά αδικαίωτων νεκρών, έναν φαύλο κύκλο αίματος που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά…

*Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.