Η άνοδος του λαϊκισμού σε όλη την Ευρώπη και πέρα από αυτή, έχει πλέον ευρέως αναγνωριστεί. Για παράδειγμα, στην δεξιά του μορφή, τα κόμματα Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland – AfD), Εθνικό Συλλαλητήριο (Rassemblement National – RN, πρώην Εθνικό Μέτωπο) στη Γαλλία και το Κόμμα Ανεξαρτησίας στην Αγγλία (Ukip), έχουν καταφέρει σημαντικές εκλογικές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο έχει δοθεί λιγότερη προσοχή στην περίεργη εμφάνιση περιβαλλοντικών θεμάτων στα πολιτικά προγράμματα αυτών των κομμάτων.

Amanda Machin, επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Πολιτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Witten/Herdecke της Γερμανίας
Oliver Wagener, Κέντρο Πολιτικής Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Zeppelin, Γερμανία

Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή ο περιβαλλοντισμός, συμβατικά θεωρείται μέρος μιας φιλελεύθερης, διεθνιστικής πολιτικής ατζέντας, με έμφαση στην οικοδόμηση παγκόσμιων συμβάσεων και τη σφυρηλάτηση περιεκτικών διασυνοριακών συμμαχιών, μια ατζέντα ξεκάθαρα ανταγωνιστική στον λαϊκίστικο λόγο. Παρ’ όλα αυτά, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες δίνουν μια πράσινη απόχρωση στον λαϊκισμό. Η «Φύση» διατυπώνεται ως μέρος των δικαιωμάτων των λαών, της κληρονομιάς και της ταυτότητάς τους, που πρέπει να προστατευτεί από τους «άλλους» όπως είναι οι νεοφιλελεύθερες ελίτ ή οι μετανάστες.

Ο λαϊκισμός εμφανίζεται με διάφορες μορφές και δεν προσκολλάται σε κάποια συγκεκριμένη ατζέντα. Ο λαϊκισμός συνδέεται αναπόφευκτα με τον «λαό». Αυτός ο «λαός», ωστόσο δεν είναι μια προϋπάρχουσα έτοιμη κατηγορία ανθρώπων με πολιτικά προτάγματα σε αναμονή, αλλά περισσότερο είναι μία ευμετάβλητη πολιτική κατασκευή, που παίρνει ζωή μέσα από την ίδια τη ρητορική του λαϊκισμού. Με άλλα λόγια, ο «λαϊκισμός» κατασκευάζει τον «λαό» και όχι το αντίθετο. Έτσι οι ιδιαιτερότητες του «λαού» μέσα στη ρητορική του λαϊκισμού, εξαρτώνται από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, την ανάδειξη συγκεκριμένων θεμάτων και την ύπαρξη συγκεκριμένων απαιτήσεων.

Οι απαιτήσεις που αρθρώνονται από τον λαϊκισμό είναι συχνά κοινωνικο-οικονομικές αξιώσεις για μεγαλύτερους μισθούς, καλύτερη πρόνοια ή ασφαλή σύνορα. Όμως υπάρχουν και απαιτήσεις για περιβαλλοντικά ζητήματα. Καλέσματα για την προστασία των τοπίων, των δασών και των ζώων απηχούν στο «λαό» και γίνονται τελικά σημαντικά ενοποιητικά σύμβολα. Το ερώτημα εδώ είναι αν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες απλά υπόκεινται στην πολιτική εκμετάλλευση της λαϊκίστικης ρητορικής, ή αν η επίκλησή τους παίζει έναν πιο σημαντικό ρόλο στο λαϊκίστικο λόγο.

Ο «λαός» εναντίον του περιβάλλοντος

Ο λαϊκισμός συχνά κατασκευάζει τον «λαό» σε αντίθεση με μία ελίτ ομάδα που εκλαμβάνεται ως ο εκμεταλλευτής ή αυτός που καταπιέζει. Στη δεξιά ρητορική του λαϊκισμού, οι περιβαλλοντικές αιτιάσεις συχνά εμφανίζονται ως μέρος των απαθών διεθνών ελίτ, που κατηγορούνται ότι προωθούν πολιτικές που είναι ενάντια στα συμφέροντα του «απλού λαού» και στην «κοινή λογική» τους. Οι επιστήμονες επίσης, συχνά εκλαμβάνονται ως πολιτικοποιημένα πιόνια που χρησιμοποιούν την τεχνογνωσία τους για την προώθηση μιας μεροληπτικής ατζέντας. Ο λαϊκισμός συχνά χαρακτηρίζεται από την απόρριψη της εξειδίκευσης (όπως πολύ χαρακτηριστικά είχε διευκρινίσει ο Michael Gove στην περίφημη δήλωσή του ότι «ο λαός σε αυτή τη χώρα μπούχτισε από ειδικούς» σε μία συζήτηση αναφορικά με τις οικονομικές επιπτώσεις του Brexit). Επομένως τόσο η κλιματική αλλαγή όσο και η επιστημονική τεχνογνωσία, αμφισβητούνται στην δεξιά ρητορική του λαϊκισμού.

Για παράδειγμα, ο εκπρόσωπος του Ukip για το περιβάλλον αναφέρεται στο «μη πρόβλημα» της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το μανιφέστο του Ukip του 2015 αναφέρει ότι θα ανακαλέσει το Νόμο για την Κλιματική Αλλαγή, θα καταργήσει το Υπουργείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, θα αποσυρθεί από το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων της Ε.Ε. και θα επενδύσει στη βιομηχανία άνθρακα και σχιστολιθικού αερίου. Διαμαρτύρεται ότι «τα παλιά κόμματα εξακολουθούν να προωθούν τις “πράσινες ενεργειακές πολιτικές”», απορρίπτει τους πράσινους φόρους και τις επιδοτήσεις για τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά και υποστηρίζει το fracking (υδρορωγμάτωση) και τη βιομηχανία άνθρακα. Τα ιδρύματα και οι θεσμοί, το κατεστημένο, παρουσιάζονται ξεκάθαρα ως «οι άλλοι» σε αντιπαράθεση με τον «λαό». Τα τρία παραδοσιακά κόμματα συμφωνούν στην ενίσχυση αποτυχημένων ενεργειακών πολιτικών, που δεν πρόκειται να συμβάλλουν στη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων, αλλά θα φέρουν ταλαιπωρία σε κάθε βρετανική οικογένεια. Η «πράσινη» ατζέντα τους δεν τους κάνει φίλους της γης, αλλά εχθρούς του «λαού».

Το Ukip αρέσκεται σε αυτό που περιγράφει ως «πολιτικές κοινής λογικής». Ένα άρθρο του Paul Nuttall, πρώην ηγέτη του Ukip, αναγγέλλει ότι το κόμμα συντάσσεται με την ιδεολογία της κοινής λογικής, κι ένα προφανές τέτοιο παράδειγμα είναι η κατάργηση του «χυδαία ακριβού και ανόητου Νόμου για την Κλιματική Αλλαγή». Όμως ο ίδιος δεξιός λαϊκισμός που γελοιοποιεί τα παγκόσμια περιβαλλοντικά ζητήματα, εκφράζει τις ανησυχίες του για το περιβάλλον σε τοπικό κι εθνικό επίπεδο.

Το AfD που αυτοχαρακτηρίζεται ως «το κόμμα της καλής κοινής λογικής», δεν είναι λιγότερο επιθετικό απέναντι στην επιστήμη του κλίματος, αμφισβητώντας την εγκυρότητα επιστημονικών ευρημάτων αναφορικά με τη συσχέτιση μεταξύ συγκεντρώσεων ατμοσφαιρικού άνθρακα και κλιματικής αλλαγής: «Αυτές οι αιτιάσεις βασίζονται σε μοντέλα από Υ/Η, που όμως δεν υποστηρίζονται από ποσοτικά δεδομένα και μετρήσεις». Αντ’ αυτού, το κόμμα επικαλείται μια διαφορετική εικόνα για το CO2 παρουσιάζοντας ότι θα έχει θετική επίπτωση στο περιβάλλον και τη γεωργία: «Όσο περισσότερο CO2 υπάρχει στην ατμόσφαιρα, τόσο περισσότερο αναπτύσσονται τα φυτά». Το AfD απορρίπτει τον περιβαλλοντισμό και τις περιβαλλοντικές πολιτικές της σημερινής Γερμανικής Κυβέρνησης καθώς θα προκαλούσαν «τεράστιους περιορισμούς στις ατομικές και οικονομικές ελευθερίες».

Τα τοπία του Λαϊκισμού

Φαίνεται όμως ότι η δεξιά και λαϊκίστικη ρητορική που γελοιοποιεί τα παγκόσμια περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως την κλιματική αλλαγή, εκφέρει ανησυχίες για το περιβάλλον σε τοπικό κι εθνικό επίπεδο. Τοπία, Δάση, ακτές και είδη κατασκευάζονται συνήθως ως αντικείμενα ανησυχίας που κινδυνεύουν, απειλούνται από την ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση, τους ξένους, τους μετανάστες, το πολιτικό σύστημα και τους ίδιους τους περιβαλλοντολόγους.

Το τοπίο εμφανίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί ανήκει στον λαό και αγαπιέται από αυτόν. Ο Nigel Farage (ο διαβόητος) πρώην επικεφαλής του Ukip, σε μία συνέντευξη μίλησε για το πως «η λατρεία του για την ύπαιθρο οδήγησε σε μία ισχυρή αντίσταση κατά των ανεμογεννητριών», που τις χαρακτηρίζει «ακριβές» και «καταστροφικές για το σπουδαίο Βρετανικό τοπίο». Παρά την αντίθεσή του στην κλιματική στρατηγική της Βρετανίας, παραδόξως αυτοανακηρύσσεται «περιβαλλοντιστής» και δηλώνει ότι ψήφισε τους Πράσινους στις Ευρωεκλογές του 1989.

Στο μανιφέστο του 2015, το Ukip υποσχέθηκε να προστατεύσει «την πράσινη ζώνη», και συντάχθηκε με τις τοπικές κοινότητες απέναντι στους στις κατασκευαστικές εταιρείες. Διαμαρτύρεται για το πώς «οι προηγούμενες πολιτικές τους έδωσαν το πράσινο φως για να χτίσουν σχεδόν παντού και ταυτόχρονα περιόρισαν δραστικά τις δυνατότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης να μην αδειοδοτούν ακατάλληλα έργα». Δηλώνει ότι «το Ukip δεν θα επιτρέψει νέα στεγαστικά έργα να απογυμνώσουν το έθνος μας από αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας… Ούτε θα επιτρέψουμε τη σάρωση της υπαίθρου από την υπερανάπτυξη: πιστεύουμε ακράδαντα ότι η ύπαιθρός μας πρέπει να διατηρηθεί ώστε να μπορούν να την απολαμβάνουν οι επόμενες γενιές».

Ίσως πιο αποκαλυπτική είναι η πολιτική του Ukip για την αλιεία και τη διεκδίκηση ενός εθνικού «θαλάσσιου τοπίου». Ενώ προβαίνει στον εμφατικό ισχυρισμό πως «οι Βρετανικές θάλασσες πρέπει να είναι ένα κόσμημα στην κορώνα μας», θεωρεί ότι αυτό το κόσμημα απειλείται, με την ένταξη στην Ε.Ε., καθώς όπως αναφέρει «παραδώσαμε αυτούς τους ανεκτίμητους οικογενειακούς θησαυρούς». Ισχυρίζεται ότι η Κοινή Αλιευτική Πολιτική «σχεδιάστηκε εξ’ αρχής για να κλέψει τα ψάρια μας…» κάνοντας κήρυγμα μάλιστα ότι κάνει «προστασία». Η Ε.Ε. «επιτρέπει το ψάρεμα με μέσα βιομηχανικής κλίμακας όπως οι τράτες ηλεκτραλιείας (electric pulse trawling) που καταστρέφουν τη θαλάσσια ζωή και διαταράσσουν την οικολογική ισορροπία των θαλασσών μας».

Στην ίδια λογική με το Ukip, το AfD δεσμεύεται «στην προστασία του περιβάλλοντος και τη διατήρηση της φύσης» και επιλέγει πολιτικές που «ελαχιστοποιούν την κατανάλωση ακαλλιέργητης γης, μειώνουν τη ρύπανση εδάφους και υδάτων και βελτιώνουν την ποιότητα του αέρα» Αυτή η περιβαλλοντική προστασία ισχύει σε περιφερειακό επίπεδο. Για παράδειγμα το πρόγραμμα του κόμματος για τις περιφερειακές εκλογές του 2018 στη Βαυαρία, επανειλημμένα αναφέρεται στο «όμορφο Βαυαρικό πολιτιστικό τοπίο μας» και αναθέτει στους πολίτες (ειδικά στους αγρότες) την προστασία του σαν ένα «εξαιρετικό και μοναδικό» χαρακτηριστικό της Βαυαρίας. Είτε πρόκειται για ενέργεια, γεωργία, δασοκομία ή αλιεία, το κόμμα θεωρεί την Ε.Ε. ή την σημερινή Γερμανική Κυβέρνηση σαν εμπόδια για την αποτελεσματική οικολογική προστασία. Το AfD κατασκευάζει ένα φυσικό περιβάλλον, που απειλείται από τις γραφειοκρατικές διοικήσεις, τις περιβαλλοντικές οργανώσεις ή τις ομάδες οργανωμένων συμφερόντων. Ο επικεφαλής του κόμματος, Alexander Gauland, κατηγορεί μία «παγκοσμιοποιημένη τάξη» (globalist class) ότι ζει σε μία «παράλληλη κοινωνία» (Parallelgesellschaft), που κινείται ελεύθερα στον πλανήτη χωρίς σύνδεση με τη γη τους και χωρίς να επηρεάζονται «από τη βροχή που πέφτει στις πατρίδες τους».

Ο περιβαλλοντισμός δεν απουσιάζει εντελώς από τον λαϊκισμό, αλλά προβάλλει με αντισυμβατικούς, προβληματικούς και απροσδόκητους τρόπους.

Παρόμοια προσκόλληση στον τοπικισμό και την απόρριψη της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης εμφανίζεται στην περιβαλλοντική πολιτική του Γαλλικού RN. Η επικεφαλής Marine Le Pen, ξεκίνησε το κίνημα της Νέας Οικολογίας (Nouvelle Ecologie) το 2014. Στηρίχτηκε αποκλειστικά σε μία πλατφόρμα αντιπαράθεσης στις διεθνείς συνομιλίες για την κλιματική αλλαγή. Οι σχολιαστές σημειώνουν ότι η απογοήτευση των διεθνών διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή έχει γίνει «τροφή για το περιβαλλοντικό πρόγραμμα του RN», ενώ το RN υπογραμμίζει τη σημασία μιας «ρεαλιστικής και πατριωτικής» απάντησης στα περιβαλλοντικά ζητήματα. Στο μανιφέστο της για την προεδρική εκστρατεία του 2017, η Λεπέν γράφει: «Ο πραγματικός περιβαλλοντισμός είναι να παράγεις και να καταναλώνεις όσο πιο κοντά γίνεται τοπικά, και να ανακυκλώνεις εκεί». Επιτίθεται στις «πολυεθνικές εταιρείες για τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες που δηλητηριάζουν τη γη με τα φυτοφάρμακα», ζητώντας περισσότερη βιολογική γεωργία και «μια επανάσταση για να τρώμε τοπικά».

Σε αντίθεση με το Ukip και το AfD, η Λεπέν φαίνεται ότι αναγνωρίζει την απειλή της κλιματικής αλλαγής και ζητά στροφή προς μια οικονομία «μηδενικού άνθρακα» για τη Γαλλία. Όμως, όπως και τα κόμματα της Βρετανίας και της Γερμανίας, το RN εκφράζει τόσο το σεβασμό στο εθνικό τοπίο όσο και την ανησυχία σχετικά με την υποτιθέμενα απειλούμενη ύπαρξή του, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει τα παραδοσιακά πράσινα κόμματα. Ο γενικός γραμματέας του RN, Nicolas Bay, δηλώνει: «Έχουν καταφέρει να μας κάνουν, εμάς τον ίδιο το λαό που είμαστε τόσο δεμένοι με τη χλωρίδα, την πανίδα και τα τοπία της πανέμορφης χώρας μας, να μισούμε τον πολιτικό περιβαλλοντισμό».

Εντοπίζοντας την ενότητα

Πώς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε τη φύση του «πράσινου λαϊκισμού»; Όσο κι αν είναι ασαφή ή μη πειστικά τα περιβαλλοντικά ζητήματα που φιγουράρουν στη λαϊκίστικη ρητορική, αυτά τα αιτήματα έρχονται σε αντίθεση με άλλα ζητήματα στο πρόγραμμα του λαϊκισμού, εισάγοντας ασυνέπεια και αντιφάσεις στη ρητορική και στην πολιτική του. Ωστόσο το φυσικό περιβάλλον παρέχει ένα πλούσιο υπόβαθρο για ν’ αντλήσει και να λαφυραγωγήσει κανείς τα «σύμβολα του λαού». Η αμφισημία ή η ασάφεια αυτών των συμβόλων δεν είναι αδυναμία, ή σημάδι ενός αδιαμόρφωτου λαϊκίστικου πολιτικού λόγου. Η ασάφειά τους μάλλον επιτρέπει σε τέτοια σύμβολα να έχουν απήχηση σε διάφορες κοινωνικές συνιστώσες.

Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για να υποθέσουμε ότι ο λαϊκισμός και ο περιβαλλοντισμός δεν μπορούν να συμβαδίζουν. Όμως αυτή η υπόθεση δεν είναι η σωστή αποτύπωση της κατάστασης. Ο περιβαλλοντισμός δεν απουσιάζει εντελώς από τον λαϊκισμό, αντίθετα εμφανίζεται με αντισυμβατικές, προβληματικές και αναπάντεχες μορφές. Η μελέτη του πράσινου λαϊκισμού μπορεί να μας δώσει μία εικόνα τόσο των περιορισμών της κυρίαρχης περιβαλλοντικής πολιτικής όσο και της έξαρσης των λαϊκίστικων πολιτικών.

Μετάφραση: Μαρία Παναγιωτοπούλου.
Πηγή: https://www.greeneuropeanjournal.eu/the-nature-of-green-populism/